Μια ζωντανή εικόνα της κοινωνικής ζωής και των παραδόσεων της παλιάς Ελασσόνας μας έχει μεταφέρει ο Κώστας Περραιβός μέσα από τις σελίδες του περιοδικού «Περραιβία» το 1973. Το έθιμο του «Γαϊτανακιού», ένα γραφικό θέαμα που συγκινούσε μικρούς και μεγάλους, αποτελούσε κεντρικό γεγονός των εορτών, συνδυάζοντας τον χορό, τη σάτιρα αλλά και την εθνική υπερηφάνεια.

Η Προετοιμασία και η Συγκρότηση του Θιάσου
Οι προετοιμασίες για το Γαϊτανάκι ξεκινούσαν νωρίς, ήδη από τον Νοέμβριο. Κέντρο των διεργασιών ήταν το καφενείο του Αριστείδη Παπαγεωργίου, όπου γίνονταν οι συγκεντρώσεις των νέων για τη συγκρότηση του χορευτικού ομίλου.
Η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπιζαν οι διοργανωτές ήταν η εύρεση των χορευτών που θα υποδύονταν τις γυναίκες, τις λεγόμενες «ντάμες». Καθώς εκείνη την εποχή οι γυναίκες δεν είχαν ακόμη χειραφετηθεί αρκετά ώστε να συμμετέχουν σε δημόσιους χορούς, τους γυναικείους ρόλους έπρεπε να αναλάβουν άντρες.
Το πρόβλημα ήταν μεγάλο για τους νέους της εποχής (άνω των 16 ετών), οι οποίοι άρχιζαν να αφήνουν μουστάκι και έστριβαν τα τσιγγελιά τους με καμάρι. Το ξύρισμα του μουστακιού για να υποδυθούν το «κορίτσι» θεωρούνταν θυσία της αρρενωπότητάς τους. Χρειάζονταν βασανιστικές διαπραγματεύσεις και υποσχέσεις ότι τον «άλλο χρόνο» θα έπαιρναν τον ρόλο του καπετάνιου, για να πειστούν. Μάλιστα, όσοι αρνούνταν πεισματικά να ξυριστούν αλλά δέχονταν τον ρόλο, κάλυπταν το μουστάκι με το τσεμπέρι (κεφαλομάντηλο), δημιουργώντας κωμικές καταστάσεις.
Αντίθετα, υπήρχε προθυμία για τον ρόλο των «καπεταναίων», οι οποίοι φορούσαν φουστανέλες. Για τους ρόλους αυτούς επιλέγονταν οι ψηλότεροι και πιο λεβεντόκορμοι νέοι.
Το Ιστορικό Πλαίσιο και η Τουρκική Απαγόρευση
Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το έθιμο είχε και εθνική χροιά. Η εμφάνιση των φουστανελάδων προκαλούσε τη δυσφορία των κατακτητών, καθώς τους θύμιζε τους Μακεδονομάχους. Οι Τούρκοι κάποτε απαγόρευσαν το Γαϊτανάκι για να μην βλέπουν τις φουστανέλες. Ωστόσο, ο τότε Έλληνας πρόξενος Ενυάλης διαμαρτυρήθηκε έντονα στις τοπικές αρχές για την αυθαίρετη κατάργηση του εθίμου, αναγκάζοντας τους Τούρκους να ανακαλέσουν την απαγόρευση.
Οι Στολές και τα Σκηνικά
Μόλις ολοκληρωνόταν η διανομή των ρόλων (έξι καπεταναίοι και έξι ντάμες), άρχιζε το ψάξιμο για τις στολές στο σπίτι του αρχικαπετάνιου. Υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός για το ποιος θα εμφανιστεί καλύτερα ντυμένος, με φουστανέλες, τσαρούχια, τσαπράζια, φούστες, ντουλαμάδες και φλουριά.
Το ίδιο το Γαϊτανάκι στηριζόταν σε ένα κοντάρι ύψους άνω των τριών μέτρων. Στην κορυφή του καρφωνόταν ένας στρογγυλός τενεκές με τρύπες, από όπου δένονταν μακριές πολύχρωμες κορδέλες που έφταναν ως το έδαφος.
Η Μουσική και οι «Σατανάδες»
Αναπόσπαστο κομμάτι ήταν η ορχήστρα. Μισθώνονταν οργανοπαίκτες (Γύφτοι που τον υπόλοιπο καιρό δούλευαν σιδεράδες), με περίφημο κλαρινοπαίκτη τον «Μούστο». Μαζί με τον θίασο και τους μουσικούς, υπήρχαν και οι «Σατανάδες». Αυτοί φορούσαν κόκκινο ντόμινο, γουρουνοτσάρουχα και κρατούσαν μια φούσκα με την οποία χτυπούσαν παιχνιδιάρικα τα κεφάλια των θεατών, λειτουργώντας ως οι τηρητές της τάξης.
Η Τελετουργία του Χορού
Οι πρόβες γίνονταν κάθε Κυριακή ψηλά στα «Ζωγέϊκα» και ολοκληρώνονταν τα Χριστούγεννα. Η επίσημη εμφάνιση γινόταν ανήμερα την Πρωτοχρονιά. Ο θίασος περίμενε έξω από την εκκλησία και μόλις έβγαινε ο κόσμος, οι Σατανάδες ανήγγειλαν «Σχόλασε».
Το Γαϊτανάκι στηνόταν στην πλατεία, μπροστά στο σπίτι του Κώστα Παπαγιάννη. Με το σύνθημα του αρχικαπετάνιου και υπό τους ήχους της μουσικής, οι χορευτές άρχιζαν να πλέκουν τις κορδέλες περνώντας ο ένας κάτω από τον άλλον, δημιουργώντας ένα ωραίο πλέγμα πάνω στο κοντάρι. Μόλις το πλέγμα έφτανε ως τη μέση, χόρευαν αντίστροφα για να το ξεπλέξουν.
Κοινωνική Προσφορά
Το έθιμο δεν ήταν μόνο ψυχαγωγικό αλλά και φιλανθρωπικό. Μια οργανωτική επιτροπή περιέφερε κουμπαρά και μάζευε χρήματα είτε για τα σχολεία, είτε για άλλους φιλανθρωπικούς σκοπούς. Μετά τον χορό στην εκκλησία, το Γαϊτανάκι γυρνούσε όλα τα σπίτια στο Βαρόσι και στο Παζάρι. Επειδή δεν προλαβαίνανε να επισκεφθούν όλα τα σπίτια την Πρωτοχρονιά, το έθιμο επαναλαμβανόταν και τα Θεοφάνεια, αποτελώντας ένα σωστό πανηγύρι που χαιρόταν όλος ο κόσμος.
Πηγή: Κώστας Περραιβός, «Το Γαϊτανάκι στην Παλιά Ελασσόνα», Περραιβία, 2 Ελασσόνα 1973) 12-15.
Σύνοψη NotebookLM
