Η μελέτη του Κώστα Σπανού, με τίτλο «Ο Τσαριτσανιώτης επίσκοπος Παΐσιος (18ος αιώνας)», αποτελεί μια σημαντική προσωπογραφική έρευνα που φωτίζει τη ζωή και τη δράση μιας λησμονημένης εκκλησιαστικής προσωπικότητας της Θεσσαλίας, αναδεικνύοντας παράλληλα την πνευματική ακμή της Τσαριτσάνης κατά την Τουρκοκρατία.
Σύνοψη του Περιεχομένου
Ο συγγραφέας συγκεντρώνει διάσπαρτα στοιχεία για τον Παΐσιο, ο οποίος, αν και λιγότερο γνωστός από τον Κωνσταντίνο Οικονόμο, υπήρξε διαπρεπής ιεράρχης. Τα κύρια σημεία της μελέτης περιλαμβάνουν:
• Εκκλησιαστική Διαδρομή: Ο Παΐσιος διετέλεσε αρχικά επίσκοπος Ραδοβισδίου (με έδρα τα Βραγκιανά Καρδίτσας). Τον Μάιο του 1783, μετά τον θάνατο του επισκόπου Ανανία, μετατέθηκε στην Επισκοπή Γαρδικίου (με έδρα το Ζάρκο Τρικάλων) κατόπιν απόφασης του μητροπολίτη Λαρίσης Μελετίου.
• Παιδεία και Χαρακτήρας: Μέσα από το κείμενο της παραίτησής του από τον θρόνο του Ραδοβισδίου, ο Σπανός τεκμαίρει ότι ο Παΐσιος διέθετε υψηλή παιδεία, ορθή σύνταξη και καλλιγραφική γραφή.
• Δικτύωση και Δράση: Καταγράφεται η συμμετοχή του σε εκλογές άλλων επισκόπων (όπως των Σταγών και του Ζητουνίου) μέχρι το 1796, καθώς και η αλληλογραφία του με τον Παΐσιο των Σταγών, η οποία μαρτυρεί στενούς φιλικούς δεσμούς,,.
• Ταυτοποίηση Επωνύμου: Ο συγγραφέας επιλύει το γρίφο του επωνύμου του Παϊσίου μέσω του ανιψιού του, του ιερέα και κωδικογράφου Γεωργίου Ραμματά, ο οποίος σε κώδικες της Μονής Ξενοφώντος του Αγίου Όρους δηλώνει την συγγένειά τους και την κοινή τους καταγωγή από την Τσαριτσάνη,,.
Κριτική Αξιολόγηση
1. Τεκμηρίωση μέσω Πρωτογενών Πηγών: Η ισχύς της μελέτης έγκειται στην αξιοποίηση ανέκδοτων κωδίκων της Μητρόπολης Λαρίσης και μοναστηριακών αρχείων (Μονή Ξενοφώντος, Μονή Σπαρμού),. Ο Σπανός δεν βασίζεται σε γενικές περιγραφές, αλλά «ανακρίνει» τα επίσημα εκκλησιαστικά έγγραφα (υπομνήματα εκλογής, παραιτήσεις) για να ανασυνθέσει την πορεία του ιεράρχη,.
2. Συμβολή στην Τοπική Ιστορία και Προσωπογραφία: Η έρευνα αποδεικνύει ότι η Τσαριτσάνη αποτέλεσε φυτώριο ηγετικών στελεχών της Εκκλησίας. Η ταυτοποίηση του Παϊσίου ως μέλους της οικογένειας Ραματά (ή Ραμματά) προσφέρει πολύτιμα στοιχεία για την κοινωνική διαστρωμάτωση και την οικογενειακή ιστορία της κωμόπολης τον 18ο αιώνα,.
3. Ανάδειξη του Ανθρώπινου Στοιχείου: Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια που αναδεικνύει ο συγγραφέας είναι η αναφορά σε μια επιστολή του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου, ο οποίος ευχαριστεί τον Παΐσιο για το δώρο δύο αρνιών το Πάσχα του 1794. Τέτοιες αναφορές προσδίδουν ζωντάνια στη μελέτη, αποκαλύπτοντας τις κοινωνικές σχέσεις και τα έθιμα της εποχής μεταξύ των ιεραρχών.
4. Μεθοδολογική Σαφήνεια: Ο Σπανός κινείται με προσοχή στο θέμα της συγγένειας του Παϊσίου με τον παπα-Γεώργιο Ραμματά, αποφεύγοντας τα αυθαίρετα συμπεράσματα και τονίζοντας ότι η πληροφορία του ανιψιού είναι αυτή που «κλειδώνει» την τσαριτσανιώτικη καταγωγή του επισκόπου.
Συμπέρασμα
Το άρθρο του Κώστα Σπανού είναι μια υποδειγματική βιογραφική μονογραφία μικρής κλίμακας. Καταφέρνει να διασώσει από τη λήθη έναν άξιο ιεράρχη, προσφέροντας ταυτόχρονα νέα στοιχεία για την πνευματική γεωγραφία της Θεσσαλίας του 18ου αιώνα.
Σύνοψη από το Notebooklm
