Η μελέτη της Αθανασίας Ντάλλα, με τίτλο «Ο Κώδικας 221 της Ολυμπιώτισσας. Συνοπτική παρουσίαση του περιεχομένου και των συμπερασμάτων από τη μελέτη του», αποτελεί μια πολύτιμη ακτινογραφία της οικονομικής και διοικητικής πραγματικότητας της Μονής Ολυμπιώτισσας κατά τα μέσα του 19ου αιώνα.
Σύνοψη του Περιεχομένου
Η μελέτη εστιάζει στον Κώδικα 221, ένα βιβλίο ισολογισμών που καλύπτει μια δεκαπενταετία (1851-1865) και προσφέρει λεπτομερή στοιχεία για τη διαχείριση της Μονής υπό την εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τα κύρια σημεία περιλαμβάνουν:
• Διοικητικό Καθεστώς: Η Μονή αναφέρεται ως πατριαρχική και σταυροπηγιακή, γεγονός που της εξασφάλιζε αυτονομία από τον τοπικό επίσκοπο και προστασία από τις αυθαιρεσίες των οθωμανικών Αρχών.
• Εξαρχικοί Έλεγχοι: Καταγράφονται τρεις «εξαρχίες» (επιθεωρήσεις) από αξιωματούχους της Εκκλησίας (1854, 1857, 1859) για τον έλεγχο των οικονομικών, την καταγραφή της περιουσίας και την εκλογή ηγουμένων.
• Περιουσιακή Κατάσταση: Ο Κώδικας αποκαλύπτει μια ακμάζουσα οικονομία. Το ζωικό κεφάλαιο σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε 5,5 χρόνια (1854-1859), ενώ η Μονή διέθετε πλούσια βιβλιοθήκη με πάνω από 200 τίτλους (από ομηρικά έπη μέχρι ιατρικά συγγράμματα) και σημαντική κτηματική περιουσία με τσιφλίκια, μύλους και ελαιώνες.
• Οικονομική Δομή: Τα κύρια έσοδα προέρχονταν από την κτηνοτροφία και τα ενοίκια, ενώ τα μεγαλύτερα έξοδα αφορούσαν εργατικά (23-40%) και φόρους προς το οθωμανικό κράτος (χαράτσι, τζελεπικό).
Κριτική Αξιολόγηση
1. Μετατόπιση από το Θρησκευτικό στο Οικονομικό-Κοινωνικό: Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της εργασίας της Ντάλλα είναι ότι αντιμετωπίζει τη Μονή όχι απλώς ως λατρευτικό χώρο, αλλά ως έναν πανίσχυρο οικονομικό και κοινωνικό οργανισμό. Η ανάλυση των ληψοδοσιών (εσόδων-εξόδων) επιτρέπει στον αναγνώστη να κατανοήσει τη θέση της Μονής στην τοπική αγορά και τη σύνδεσή της με την παραγωγή της περιοχής (σιτηρά, κρασί, συκαμηνόφυλλα για μετάξι).
2. Τεκμηρίωση της «Αρχαιολογίας των Αρχείων»: Η συγγραφέας αναδεικνύει τη σημασία των γραπτών πηγών για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας. Μέσα από τον Κώδικα, διασώζονται πληροφορίες για την καθημερινή ζωή, όπως η αγορά τροφίμων (κρέας, όσπρια, ζάχαρη) και οι δαπάνες για την ένδυση των «παίδων», υποδεικνύοντας τον ρόλο της Μονής στη στήριξη μαθητών που φοιτούσαν στα σχολεία της Ελασσόνας και της Τσαριτσάνης.
3. Συγκριτική και Στατιστική Προσέγγιση: Η Ντάλλα δεν παραθέτει απλώς νούμερα, αλλά προβαίνει σε συγκρίσεις που δείχνουν την εξέλιξη της Μονής. Η παρατήρηση ότι τα κτηνοτροφικά έσοδα μειώθηκαν τη δεκαετία του 1860 προσφέρει ερεθίσματα για περαιτέρω ιστορική έρευνα σχετικά με τις συνθήκες της εποχής. Επίσης, η ομαδοποίηση των εξόδων σε κατηγορίες (εργατικά, φόροι, τρόφιμα) προσφέρει μια σαφή εικόνα των προτεραιοτήτων της μοναστικής διοίκησης.
4. Ανάδειξη της Πνευματικής Κληρονομιάς: Η αναλυτική αναφορά στη βιβλιοθήκη και στα ιερά κειμήλια (αργυροχρυσωμένα ευαγγέλια, σταυροί με σμαράγδια) επιβεβαιώνει ότι η Ολυμπιώτισσα ήταν ένας θεματοφύλακας πολιτισμού που συνδύαζε την πίστη με την κλασική παιδεία.
Συμπέρασμα
Η μελέτη της Αθανασίας Ντάλλα είναι ένα υπόδειγμα αρχειακής έρευνας. Καταφέρνει να μετατρέψει στεγνές λογιστικές εγγραφές σε μια ζωντανή αφήγηση για την οικονομική ισχύ, την κοινωνική προσφορά και τη διοικητική οργάνωση της Μονής Ολυμπιώτισσας, καθιστώντας την απαραίτητο βοήθημα για κάθε μελετητή της ιστορίας της Ελασσόνας στον 19ο αιώνα.
Σύνοψη από το Notebooklm
